Το χωριό

Το χωριό

Η Τύμπου είναι χωριό της επαρχίας Λευκωσίας, αμιγές ελληνικό, στη γεωγραφική περιφέρεια της Μεσαριάς και βρίσκεται περί τα 17 χιλιόμετρα νοτιοανατολικά της Λευκωσίας, δύο χιλιόμετρα νοτίως του παλαιού δρόμου Λευκωσίας – Αμμοχώστου. Είναι κτισμένη κοντά στη δυτική όχθη του ποταμού Γιαλιά, με μέσο υψόμετρο 110 μέτρων. Από πλευράς ανάγλυφου το τοπίο της είναι ένας εκτεταμένος κάμπος χωρίς αξιόλογες μορφολογικές διακυμάνσεις.

Από γεωλογικής άποψης, στη διοικητική έκταση του χωριού κυριαρχούν οι αποθέσεις του σχηματισμού Αθαλάσσας (ασβεστολιθικοί ψαμμίτες και άμμοι), το Σύναγμα (αποθέσεις άμμων και χαλικιών της Πλειστόκαινης περιόδου) και οι πρόσφατες αλλουβιακές αποθέσεις της ολόκαινης γεωλογικής περιόδου. Πάνω στα πετρώματα αυτά αναπτύχθηκαν ερυθρογαίες και προσχωσιγενή εδάφη.

Ήταν συνδεδεμένη με ασφαλτόστρωτο δρόμο στα βόρεια με τον παλιό δρόμο Λευκωσίας – Αμμοχώστου και με σκυρόστρωτους δρόμους στα νοτιοδυτικά με το χωριό Πυρόι (γύρω στα 8 χιλιόμετρα), στα ανατολικά με το τουρκικό χωριό Αγιά (γύρω στα 6 χιλιόμετρα) και στα νοτιοανατολικά με την Αθηένου (γύρω στα 9 χιλιόμετρα). Στα δυτικά το χωριό γειτνιάζει με το χωριό Γέρι και την Αθαλάσσα, ενώ στα βόρειά του και πέρα από τον παλαιό δρόμο Λευκωσίας – Αμμοχώστου βρίσκεται το Παλαίκυθρο και το τουρκοκυπριακό χωριό Μόρα.

Ιστορία του χωριού

Παρ’ όλο που η περιοχή της Τύμπου αναφέρεται για πρώτη φορά σε συγγράμματα της εποχής της Φραγκοκρατίας, η ιστορία της είναι πολύ αρχαιότερη και ανάγεται στη λίθινη εποχή. Τούτο επιβεβαιώνουν τα πολλά ευρήματα στην ευρύτερη περιοχή της Τύμπου, κυρίως η πληθώρα των αρχαίων τάφων. Όλη η έκταση ήταν ένα απέραντο νεκροταφείο με τάφους από τη λίθινη μέχρι τη Μυκηναϊκή εποχή και αργότερα. Η περιοχή του κατεχόμενου αεροδρομίου της Τύμπου ήταν τόπος υπογείων λαξευμένων κατοικιών. Σύμφωνα με μαρτυρίες των παλαιότερων Τυμπιωτών σε πάρα πολλές περιοχές υπήρχαν βωμοί και πολλά αγάλματα τα οποία βρίσκονταν στην επιφάνεια. Αξιοσημείωτο δε είναι ότι σε μια περιοχή, η οποία ονομάζεται Χαλόσπιτα, βρέθηκε πήλινο αγγείο με αναπαράσταση της πάλης του Αίαντα με τον Οδυσσέα και τούτο αναφέρεται και στα «Κυπριακά Έπη» Στασσίνου.

Η ονομασία της Τύμβου, όπως είναι η επίσημη ονομασία της, ή Τύμπου όπως επικράτησε στην καθομιλουμένη, προέρχεται από την αρχαία λέξη «Τύμβος» που σημαίνει τάφος, λόγω ακριβώς της πληθώρας των αρχαίων τάφων που υπήρχαν εκεί.

Η περιοχή της Τύμπου, αναφέρεται σε συγγράμματα των Μεσαιωνικών χρόνων. Ο ντε Μας Λατρί το αναφέρει ως Timbou, δίδοντας και την πληροφορία ότι ο βασιλιάς της Κύπρου Ιάκωβος Β’ (1460 – 1473 μ.Χ.) το είχε παραχωρήσει ως φέουδο στον Pierre Goul.

Κατά την περίοδο της Τουρκοκρατίας η Τύμπου ήταν ένα εύφορο και μεγάλο τσιφλίκι (αγρόκτημα), το οποίο άλλαξε διαδοχικά πολλά χέρια. Τούτο είχε αγοράσει ο εθνομάρτυρας αρχιεπίσκοπος Κυπριανός το 1813, για λογαριασμό του Μοναστηριού της Παναγίας του Μαχαιρά. Το τσιφλίκι ανήκε πιο πριν στον Δημήτριο Παυλίδη, το «Δημητρούϊ», όπως ήταν γνωστός, ο οποίος και το είχε πωλήσει σε τρεις Λευκωσιάτες (Γιαννάκη Λιπέρτην, Νικόλαον Σάββα και Χατζηλοΐζο Άντζουλο) το 1810, έναντι 15 χιλιάδων γροσίων. Απ’ αυτούς το αγόρασε τρία χρόνια αργότερα ο Αρχιεπίσκοπος Κυπριανός για 16 χιλιάδες γρόσια. Περιγραφή του τσιφλικιού και των υποστατικών, των ζώων και των εγκαταστάσεών του, υπάρχει στο σχετικό πωλητήριο έγγραφο του 1813, μεταξύ των σελίδων 345 και 346 του κώδικα του μοναστηριού του Μαχαιρά. Στην περιοχή καλλιεργούνταν τότε δημητριακά, βαμβάκι, καθώς και οπωροφόρα δέντρα. Ήταν αναπτυγμένη επίσης η κτηνοτροφία. Το τσιφλίκι είχε 800 αίγες και πρόβατα και αρκετά σπίτια για τους εργαζόμενους σ’ αυτό, και ήταν έκτασης 1200 στρεμμάτων.

Μετά τα γεγονότα της 9ης Ιουλίου 1821, τον απαγχονισμό του Κυπριανού και των άλλων προκρίτων και τους διωγμούς που ακολούθησαν, το τσιφλίκι κατασχέθηκε από τους Τούρκους, μαζί με άλλες ιδιοκτησίες του μοναστηριού του Μαχαιρά και ιδιοκτήτης του έγινε ο Χαλίλ Σιρδάρ εφέντης.

Αργότερα το τσιφλίκι βρίσκεται στην κατοχή της Μαντάμ Λαουρή η οποία το ενοικίαζε σε κάποιον Τοφαρίδη και αργότερα στους Σιακαλλή και Τζιακούρη. Οι δύο τελευταίοι έμεναν στο τσιφλίκι και εργάζονταν μέχρι τότε για τους προηγούμενους ιδιοκτήτες του τσιφλικιού. Αυτοί οι δύο σε συνεργασία με τον Τύμβιο και τους άλλους κατοίκους – εργαζόμενους στο τσιφλίκι, αποφάσισαν να αγοράσουν το τσιφλίκι και να το διαμοιράσουν σε αγροτεμάχια των οποίων ιδιοκτήτες ήταν πια οι ίδιοι. Επειδή δεν είχαν όλοι τα απαιτούμενα χρήματα κατέφυγαν σε διάφορους «δωρητές και ευεργέτες», τοκογλύφους δηλαδή, οι οποίοι αργότερα συσσώρευσαν στην κατοχή τους τα περισσότερα κτήματα του χωριού.

Το χωριό, λόγω κυρίως της σχετικά μικρής του απόστασης από το αστικό κέντρο της Λευκωσίας, σε συνδυασμό με την εργατικότητα και το φιλοπρόοδο χαρακτήρα των κατοίκων του αλλά και τη γόνιμη γη του, γνώρισε συνεχή πληθυσμιακή αύξηση από το 1881 μέχρι και το 1974. Το 1881 οι κάτοικοί του ήσαν 278 που αυξήθηκαν στους 336 το 1891, στους 436 το 1901, στους 550 το 1911, στους 691 το 1921, στους 822 το 1931, στους 1009 το 1946, στους 1133 το 1960 και στους 1288 το 1973.

Σχολιάστε