Οι εκκλησίες

Οι εκκλησίες

Ένα βασικό χαρακτηριστικό των Τυμπιωτών ήταν η βαθιά θρησκευτικότητα. Μια θρησκευτικότητα φυσιολογική για έναν κόσμο αγροτικό που στήριζε κάθε χρονιά τις ελπίδες του στον Θεό και στους Αγίους για το αν θα ήταν καλή η χρονιά, αν θα βρέξει, αν θα έρθουν ή όχι θεομηνίες. Ενδεικτικό της βαθιάς θρησκευτικότητάς τους είναι η εκκλησία και τα τέσσερα ξωκλήσια που υπάρχουν στην περιοχή. Εκτός από την κυρίως εκκλησία, που ήταν αφιερωμένη στον Άγιο Γεώργιο, υπάρχουν τα ξωκλήσια της Αγίας Θέκλας, του Προφήτη Ηλία, της Αγίας Μαρίνας και το μνημείο των Σαράντα Μαρτύρων.

Η Εκκλησία του χωριού ήταν αφιερωμένη στον Άγιο Γεώργιο και κτίστηκε το 1858. Προηγουμένως υπήρχε μια άλλη εκκλησία, της Αγίας Παρασκευής. Επειδή ήταν μικρή και δεν χωρούσε τους κατοίκους, την επέκτειναν και την μετονόμασαν σε Άγιο Γεώργιο. Μερικές από τις εικόνες της ήταν του 17ου και του 18ου αιώνα. Η εκκλησία αυτή μυρώθηκε το 1917. Γύρω στο 1935 κτίστηκε  το περιτοίχισμα του ναού με πέτρες που μετέφεραν οι νέοι του χωριού με τα αμάξια και τα βόδια τους, από το όρος της γειτονικής Αθηένου, εργαζόμενοι εθελοντικά τα Σαββατοκυρίακα. Από την ίδια αυτή πέτρα είναι κατασκευασμένο και μεγάλο μέρος του εικονοστασίου του ναού και ειδικά το κομμάτι που βρίσκεται η εικόνα του Αγίου Γεωργίου. Την πέτρα «πελέτζιησε» (δούλεψε) και για το εικονοστάσι και για το περιτοίχισμα, ένας Τυμπιώτης, μεγάλος τεχνίτης – κτίστης της εποχής, ο μάστρε Μιχαήλ Χατζηγιάννης.

Η εκκλησία του Αγίου Γεωργίου

Στα νότια της Τύμπου, στη περιοχή Μαρκό βρίσκεται το βυζαντινό εκκλησάκι της Αγίας Θέκλας στο οποίο υπήρχαν βιβλία του 1400 μ.Χ. και θαυμαστές εικόνες και οι ανυπολόγιστης ιστορικής αξίας τοιχογραφίες, από τις πιο σπάνιες στην Κύπρο. Η Αγία Θέκλα θεωρείται θαυματουργή για τις αιμορραγίες γενικά και ειδικά της μύτης. Γι’ αυτό όταν κάποιος αντιμετώπιζε τέτοιο πρόβλημα, έξυνε την τοιχογραφία της Αγίας, ανέπνεε από τη μύτη τα ξύσματα και πίστευαν ότι η αιμορραγία θα σταματούσε αμέσως. Το καταστροφικό για τις πολύτιμες τοιχογραφίες αυτό έθιμο σταμάτησε λίγα χρόνια πριν το 1974, όταν η UNESCO αναγνωρίζοντας την ιστορική αξία της εκκλησίας και κυρίως των τοιχογραφιών της την αναστήλωσε και την έθεσε υπό την αιγίδα της. Το εκκλησάκι της Αγίας Θέκλας στην Τύμπου είναι ένα από τα πολλά ιστορικά μνημεία του τόπου μας που βρίσκονται κάτω από την μπότα του κατακτητή και που η βαρβαρότητα και η αδιαφορία τα οδήγησαν στην καταστροφή. Η απώλεια τέτοιων μνημείων θεωρείται πλήγμα για τον παγκόσμιο πολιτισμό.

Το εκκλησάκι της Αγίας Θέκλας

Στο ξωκλήσι της Αγίας Θέκλας γινόταν πανήγυρης στις 24 Σεπτεμβρίου. Οι πιο παλιοί θυμούνται ότι το ξωκλήσι διέθετε δικό του κοπάδι, το οποίο προήλθε φαίνεται από τα τάματα και τα αφιερώματα των πιστών και κάθε χρόνο τη μέρα της πανήγυρης, με εντολή της εκκλησιαστικής επιτροπής, σφαζόταν ένα πρόβατο, ψηνόταν σε φούρνο («οφτόν») και προσφερόταν δωρεάν στους πιστούς που πήγαιναν στο ξωκλήσι.

Περί το ενάμιση χιλιόμετρο νοτιοανατολικά του χωριού βρίσκεται το παρεκκλήσι του Προφήτη Ηλία, το ξακουστό για το θαυμάσιο νερό του λάκκου του, το αγίασμά του, το οποίο εκτός από θαυματουργό, εθεωρείτο από τα καλύτερα της Κύπρου. Παλιότερα οι Λευκωσιάτες που σχετίζονταν με την Τύμπου προμηθεύονταν νερό από το πηγάδι του Προφήτη Ηλία, γιατί όπως έλεγαν ήταν χωνευτικό. Μερικές από τις εικόνες του Προφήτη Ηλία ήταν, επίσης του 18ου αιώνα. Στο ξωκλήσι του Προφήτη Ηλία γινόταν λειτουργία κάθε χρόνο στις 20 Ιουλίου, μέρα που τιμάται η μνήμη του Αγίου Προφήτη. Η τελευταία μέρα που λειτουργήθηκε το ξωκλήσι ήταν η αποφράδα μέρα της εισβολής το 1974. Έκτοτε παραμένει έρημο και βουβό προσμένοντας την λύτρωση της Τύμπου και της Κύπρου ολόκληρης.

Σε συνέντευξή του στο πρόγραμμα «Δεν ξεχνώ» του ΡΙΚ, ο κύριος Χριστόδουλος Παπαθανασίου, ένας από τους ψάλτες του χωριού, αναφέρει: «Εις του Προφήτη Ηλία επηαίναμε κάθε είκοσι του Δευτερογιούνη, τζιαι εκάμναμε πανήγυρη. Επηαίναμε επίσης εις τον προφήτη Ηλία άμαν είχαμε ανάγκη. Νιάν μεν ιβρέξει ο Θεός, εβουρούσαμεν εις τον Προφήτη Ηλία, να κάμουμε παράκληση να τον πρωτολειτουρκήσουμε να μας ιβρέξει, διότι ήμασταν γεωργοί και χωρίς τα νερά δεν εκάμναμεν τίποτα». (Ο κύριος Χριστόδουλος Παπαθανασίου ήταν ο δεξιός ψάλτης του χωριού. Ο αριστερός ήταν ο κύριος Δημήτρης Παπαβαρνάβας)

Στα βορειοανατολικά του χωριού βρίσκεται το ξωκλήσι της Αγίας Μαρίνας, το ξωκλήσι των ερωτευμένων, με τη τεράστια «παλλούρα» (βάτος). Σύμφωνα με την παράδοση, η Αγία Μαρίνα παρουσιάστηκε στον ύπνο του ιερέα της κοινότητας αλλά και άλλων κατοίκων του χωριού, ζητώντας το κτίσιμο εκκλησίας στο χώρο της παλλούρας. Τότε άρχισε η προσπάθεια για συλλογή των λεφτών για το κτίσιμο της εκκλησίας και η παλλούρα εθεωρείτο ιερός χώρος. Υπήρχε μόνιμα εκεί καντήλι αναμμένο στη χάρη της Αγίας και όταν υπήρχαν αρρώστιες στο χωριό η παλλούρα «νηματωνόταν», δηλαδή περιτριγυριζόταν με άσπρο νήμα, πιστεύοντας ότι αυτό έδιωχνε το κακό. (Το έθιμο του νηματώματος συνεχίστηκε και μετά το κτίσιμο της εκκλησίας στην ίδια την εκκλησία).

Το εκκλησάκι της Αγίας Μαρίνας

Αρκετές φορές προσπάθησαν οι κάτοικοι του χωριού να ξεκινήσουν το κτίσιμο ξεριζώνοντας την παλλούρα, αλλά όσες φορές δοκίμαζαν, ένα μεγάλο μαύρο φίδι, το οποίο πίστευαν οι Τυμπιώτες ότι ήταν η Αγία Μαρίνα, τους καταδίωκε και δεν μπορούσαν να αρχίσουν. Τελικά αποφάσισαν να κτίσουν την εκκλησία, δίπλα από την παλλούρα, αφήνοντάς την απείρακτη. Τέλος του 1948 οι νέοι του χωριού μετέφεραν το χαλίκι από τη κοίτη του ποταμού Γιαλιά, μπήκαν τα θεμέλια και άρχισε το κτίσιμο. Τα λεφτά όμως δεν ήταν αρκετά και έτσι οι εργασίες διακόπηκαν για να συνεχιστεί το κτίσιμο και να τελειώσει το ξωκλήσι, γύρω στο 1960. Σημαντικό ρόλο για την εξεύρεση των απαιτούμενων χρημάτων έπαιξε ο Νίκος Τσιαττές, ο οποίος διοργάνωσε έρανο ανάμεσα στους Τυμπιώτες της Αγγλίας, όπου ήταν ο ίδιος μετανάστης και έφερε τα λεφτά μαζί του όταν επαναπατρίστηκε.

Κοντά στο χωριό στην νοτιοανατολική πλευρά βρίσκεται το Μνημείο των Σαράντα Μαρτύρων, ιερός χώρος για τους Έλληνες – Χριστιανούς αλλά και για τους Τούρκους της περιοχής. Ο χώρος ήταν μεγάλο σπήλαιο (λαξευτός τάφος) που είχε διαμορφωθεί σε εκκλησία. Από το μικρό τέμενος σκαλιά οδηγούν στο σπήλαιο, που έχει κεντρικό κλίτος που καταλήγει σε κόγχη, καθώς και δυο πλάγια κλίτη που καταλήγουν σε τετραγωνικούς θαλάμους. Στην πλάγια κλίτη είναι θαμμένοι οι Σαράντα Μάρτυρες. Οι Σαράντα Μάρτυρες, σαράντα νέοι χριστιανοί, είχαν φυλακιστεί στον χώρο αυτό, από τους Τούρκους επί τουρκοκρατίας και αργότερα σφαγιάστηκαν και ετάφησαν στον ίδιο χώρο. Σύμφωνα με την παράδοση ένας από τους σαράντα διέφυγε κατά τη σφαγή. Τον καταδίωξαν και το συνέλαβαν στα δυτικά του χωριού προς το Γέρι και αφού τον σκότωσαν επί τόπου, τον μετέφεραν και τον έθαψαν μαζί με τους άλλους. Η τοποθεσία στην οποία σκοτώθηκε ο Μάρτυρας αυτός ονομάζεται «Σκοτωμένος». Ο χώρος των τάφων των σαράντα Μαρτύρων ήταν χώρος ιερός για τους χριστιανούς και τιμούνταν σαν άγιοι. Κάθε χρόνο στις 9 Μαρτίου, που ήταν η γιορτή των Αγίων Σαράντα (ο αριθμός είναι συμπτωματικά ο ίδιος) οι Τυμπιώτες πήγαινα εκεί και έκαναν τη λειτουργία. Ο ίδιος χώρος θεωρείτο ιερός και από τους Τούρκους της περιοχής και τον ονόμαζαν Kirklar και είχαν κτίσει εκεί το ομώνυμο μικρό τέμενος το 1816. Στον χώρο πήγαιναν οι Τούρκοι της περιοχής για προσευχή την περίοδο του Ραμαζανιού.

Σχολιάστε